Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Είκοσι και τέσσερα

Ι

Μια μέρα λέει
θα με ξυπνήσουν οι αυταπάτες μου
για να γελάσουμε παρέα

Θα τις κυκλοφορήσω στα ρεμπετάδικα της Αθήνας
θα τραγουδήσουμε το Ακρογιαλιές δειλινά
θα ερωτευτούμε απ ’την αρχή την πλάνη
θα ορκιστούμε  ότι
            δε θα γεράσουμε ποτέ
και θα πέσουμε για ύπνο
χωρίς το φόβο πως
μας νανουρίζει η παραίτηση

ΙΙ

Μια μέρα το αύριο
θα το νομίσουμε για άγνωστο

Θα αποφασίζουμε εμείς
πόσα Σάββατα θα’ χει η βδομάδα

Και θ’ ανακαλύψουμε απ’ την αρχή
τις λειτουργίες των χειλιών μας

Και δε θα φορτωθούμε σε καμία Άνοιξη

Και το ρολόι δεν θα μοιάζει καταδίκη

Κι η θλίψη θα ναι και πάλι μια έκπληξη


ΙΙΙ

Κι η σιωπή σου δεν θα ‘ναι παράταση της άρνησης 



ΙV

Μια μέρα θα κάνεις έρωτα για τελευταία φορά στη ζωή σου
                  θα βρίσεις για τελευταία φορά τον μπροστινό σου στο φανάρι
                  θα πεις στα παιδιά σου
«τώρα που η ζωή μου φτάνει στο τέλος της κατάλαβα ότι»


V


Δεν με νοιάζει τόσο που μια μέρα θα πεθάνω
με νοιάζει που ‘χω να ζήσω
λιγότερο από εξήντα καλοκαίρια

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Λείπω

Στις μέρες που περνούν ερήμην μου
στα ημερολόγια
στις αεροπορικές εταιρίες
στα άδεια ποτήρια
και στα άδεια ξυπνήματα

Μπορεί με τη σειρά μου να λείψω για λίγο
για να εφεύρω μια καινούρια
μονάδα μέτρησης του χρόνου
για να μετράω το χρόνο
που είσαι μακριά μου

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Μισοσαβατο

Τις παρακλήσεις
εκείνους που στο πρώτο ραντεβού βγαίνουν απ’τ’αμάξι με την πρώτη
τα γλυκόλογα που εξαγοράζουνε γαμήσια
τα γαμήσια που εξαγοράζονται με γλυκόλογα
τα ψεύτικα «μου λείπεις»

Την ωμή έκφραση της λύπης που περνιέται για τέχνη
εκείνους που σαν έφηβοι δεν άκουσαν ροκ

Τα αποτυχημένα βιαστικά σταυρωτά φιλιά την πρωτοχρονιά
εκείνους που φωνάζουνε στα κυριακάτικα τραπέζια
εκείνους που δεν παίρνουν δεύτερο ποτό
κι εκείνους που απέχουν απ’τις μέρες εθνικής ομοψυχίας

Τα γεμάτα λεωφορεία που λεηλατούν τα μεσημέρια
το κακό τσίπουρο
την Ερμού το  Σάββατο το βράδυ
και το φανάρι Ακαδημίας και Μπενάκη


και τέλος
όσους δεν παραδέχονται
πως βλέπουν
 καουμπόικο καπέλο
κι όχι ελέφαντες και βόες

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

"Κάπως υπερβολικό;"


I


Αν μ'αφησες στα χέρια να κρατήσω το μυαλό μου
κι όλη να γίνω ,ολόκληρη
                                     η αλήθεια μου
μια που δεν ήμουν πιο πολύ εγώ
απ'ότι'μουν με 'σένα

Αν μια σου νύχτα μου την ξόδεψες
                                      ξαπλώνοντας
στης μνήμης το αγγάθι

Κι αν ήμουν λίγο αρκετή
-όσο εσύ-
για ό,τι ο καθένας λογαριάζει μεγαλείο
                                                    Αρκεί

να σε ποτίσω με αλκοόλ και με χειμώνα
να σε κρατήσω
                             ακέραια
επιθυμία -εσύ- πυκνή
που να με κουμαντάρει


ΙΙ

Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι
παλεύουν για το όλον,το ασυγκέραστο

Πεπερασμένη λύτρωση
ίσα να πάρ'η αγρύπνια αξία
κι ίσα με τα συντρίμμια της σάρκας
να χτίσεις το "αδιαίρετο", το "όλον" και το "φτάνει"

Η σίγουρη πίστη μας ότι η ευτυχία μας εξαρτάται από τους άλλους


Για το αθόρυβο γιατί σου



Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Αθήνα δυο χιλιαδεσ-χειμώνας

Είμαστε όσο άνθρωποι επιτρέπουνε
οι πόλεις μας να είμαστε
κι η μουσική που γράφεται σε
σύγχρονες τραγωδίες ψηφιακές 

Καμία αποστροφή για το τσιμέντο
μόνο λαχτάρα για ανάταση
                               και δεός

Θέλω να πω, 
τι έχει μείνει

Η πρώτη βόλτα στη Βαλτετσίου με κοντομάνικο
το τηλεφώνημα του παιδικού σου φίλου
"πάμε για μεσημεριανά ούζα"
κι ο ετήσιος τσακωμός για να διαλέξουμε νησί


Θα βρέχει λένε για μέρες ακόμα
να συνηθίσετε τα γκρίζα τα ξυπνήματα
-σαν τίτλος πρωτοσέλιδου αρμοστός-

Το "σαββατόβραδο" και το σαββατόβραδο
που να τρέχεις μες στη νύχτα να συγχωρείς την Αθήνα
κι η τελευταία μέρα της βδομάδας μετράει για Κυριακή
μόνο στον ήλιο
κι αν είσαι τυχερός και στο φιλί

Δε λέω πως μεθύσαμε αρκετά
ούτε πως κουραστήκαμε
απλώς αναρωτιέμαι
μήπως γι'αυτό φοβούνται οι άνθρωποι το χρόνο


Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Χειμωνιάτικη νύχτα

Όπως και να το κάνουμε
η νύχτα είν' ένα τέλος

τους χειμώνες μας βρίσκει από νωρίς
η  γνώση  του επικείμενου  θανάτου,
η αποτίμηση

Η αθόρυβη πορτοκαλί  μετάβαση
                  του αυγουστιάτικου απογεύματος
γεννάει την ψευδαίσθηση πως έχουμε
-στο μέρος μας τον- χρόνο.  

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Το σκάψιμο ενός μεθυσμένου

Ποια πυροδότηση κι από ποιον κόσμο να σε σβήσει, σίγουρη μνήμη και παράδοση γενναία;
Απρόσιτη πραγμάτωση πάνω στις φεγγαρόπετρες που φωσφορίζουν ανθρώπινη σάρκα κι επιθυμία κατάχλωρη και σάρκα πυρωμένη από την άρνηση.
Μνήμη μη κάνεις να πετρώσεις. Έτσι πικρία ζωντανή της σκέψης της αφόρητης · της πιο απ’τη μνήμη ζωντανής. Του πιο απ’το άυριο μεγάλο χθες.

Ξέρεις που πας μυαλό .Εκεί που γεμίζεις. Από τι ; Από αυτό που’ναι φτιαγμένο ο άνθρωπος να ψάχνει και σκάβει μέχρι να του ματώσουνε τα χέρια.
Σκάψε στη γης, σκάψε στα μέσα σου, μόνο να ξέρεις πως το βρίσκεις δυο ή τρεις φορές. Κι έπειτα τι; Μονάχα η επιθυμία να το ξανάβρεις. Καταπράσινο και φρέσκο σαν μέρα ανοιξιάτικη · καυτό σαν ήλιο αυγουστιάτικο . Έτσι που να ισοπεδώνει, τι;
Ό,τι δεν έζησες.


Μείνε έτσι ολόκληρη. Μην πας να ξεθωριάσεις. Κάθε πρωί που ξυπνάω σε χτίζω απ’την αρχή. Δεν σ’αφήνω μέχρι να μου σε πάρει η ίδια η ζωή.
Σου ξόδεψα πρωινά. Όχι μονάχα νύχτες. Πρωινά και μεσημέρια και ξενύχτια με τους ανθρώπους τους δικούς μου. Ήσουν εκεί  γιομάτη τι; Ολοκλήρωση.
 8/1/2015

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Ερωτηματικό

Το συγκεκριμένο ποίημα πάει ένα χρόνο πίσω.  Το ανεβάζω γιατί η τελευταία στροφή υπήρξε τελικώς...προφητική. 

Ερωτηματικό


Κι επειδή εδραιώθηκε
τα καλοκαίρια να μην βρέχει
κι η Πέτρου Ράλλη να μυρίζει βανίλια
αν τύχει και περάσεις έξω απ’τον Παπαδόπουλο
το μεσημέρι

Ντάξει
και τι έγινε που μια μέρα όλα θ’αλλάξουν;

Κι επειδή εδραιώθηκε τα μάτια μου
να σκάβουν τα δικά σου
και –ω συμφορά μου-
αρχίσανε και τα δικά σου να ψάχνουν μέσα στα δικά μου
(Ό,τι κι αν ψάχνεις, βρες το παρ’το μου
και μην αργήσεις να φύγεις)

Πατήματα. Και σκαλοπάτια
Εγώ τα ζητάω, εσύ μου τα δίνεις
Κι όσο ωραία κι αν είναι να κοιτάς τον κόσμο από ψηλά
-γιατί σου μάθαν ν’αγαπάς-
εγώ φοβάμαι να μην πέσω

Κι επειδή εδραιώθηκε
εμείς οι δυο ν’ανταλλάξουμε χαμόγελα
Και που μοιραστήκαμε
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΠΟΤΑ,ΤΣΙΓΑΡΑ,ΚΛΑΜΑΤΑ,ΞΕΝΥΧΤΙΑ,ΒΕΝΖΙΝΗ,ΖΑΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΦΕΔΕΣ ΚΑΙ ΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΙ ΑΛΛΑ ΠΟΤΑ ΚΑΙ ΜΕΘΥΣΙΑ ΚΑΙ ΗΛΙΟ ΚΑΙ ΥΠΝΟ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΝΤΑΓΚΛΑ ΑΠ’ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΚΙ ΑΠ’ΤΑ ΟΥΖΑ
Και κόψαμε στα δυο τη θλίψη σου
και στα δυο τη χαρά μου  
και που γευτήκαμε το ίδιο «αχ»
και που φωνάξαμε να μας ακούσει όλη η Αθήνα
«γεια σου ρε _____ με τα ωραία σου»

Εσύ ούτε χαρίζεις, ούτε χαρίζεσαι
ούτε ξέρεις τι σημαίνει «για πάντα»
Μόνο δανείζεις ή και δανείζεσαι
κι οι άνθρωποι σε φοράνε σαν δεύτερη σάρκα · έπειτα γδέρνεις.


Ντάξει

Μπορεί έτσι όπως θα ματώνω
να μαλακώσω κι όλας
και μην θέλω πια
πετραχείλια και λαγούς

για ν’αγαπήσω.